πάππος


πάππος
дед

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "πάππος" в других словарях:

  • Πάππος — grandfather masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάππος — grandfather masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάππος — Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Πολλοί τον ταυτίζουν με τον Χύτρωνα της Κύπρου, που χειροτόνησε τον Επιφάνιο. Η μνήμη του τιμάται στις 3 Ιουνίου. * * * ο, ΝΜΑ, πάπος, Α 1. ο πατέρας τού πατέρα ή τής μητέρας σε σχέση με τα τέκνα τους, ο… …   Dictionary of Greek

  • Πάππος ο Αλεξανδρεύς — (τέλος 3ου αι. μ.Χ.). Αρχαίος γεωμέτρης της λεγόμενης δεύτερης αλεξανδρινής σχολής, ο τελευταίος μεγάλος γεωμέτρης της αρχαίας Ελλάδας. Έχει σωθεί σχεδόν ολόκληρη η Συναγωγή του, σε 8 βιβλία, μια από τις πολυτιμότερες πηγές που υπάρχουν για τη… …   Dictionary of Greek

  • Πάππω — Πάππος grandfather masc nom/voc/acc dual Πάππος grandfather masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πάππε — Πάππος grandfather masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάππε — πάππος grandfather masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πάπποι — Πάππος grandfather masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάπποι — πάππος grandfather masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πάπποις — Πάππος grandfather masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάπποις — πάππος grandfather masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)